- κορδύλη
- κορδύλαcord?lafem nom/voc sg (attic epic ionic)
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
κορδύλη — και κορδύλα και κορύδυλις, ἡ (Α) 1. ρόπαλο, κορύνη 2. οίδημα, όγκωμα, πρήξιμο 3. (στους Κυπρίους) κάλυμμα τού κεφαλιού, καλύπτρα, κεφαλόδεσμος 4. είδος τού ψαριού τόν(ν)ος, σκορδύλη* («ἐπακολουθοῡντες γὰρ ταῑς ἀγέλαις τῶν ιχθύων, κορδύλης τε καὶ… … Dictionary of Greek
κορδυβαλλώδης — ῶδες (Α) (μόνο στη φρ.) «κορδυβαλλῶδες πέδον» (αντί κορδυλοβαλλώδες) ισοπεδωμένο έδαφος, πατημένο, χτυπημένο με κορδύλη*, με ρόπαλο, λιθόστρωτο (Λουκιαν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < *κορδυλο βαλλ ώδης < κορδύλη + βάλλ ω + κατάλ. ώδης η σίγηση τού λο με… … Dictionary of Greek
σκορδύλη — ἡ, Α είδος ψαριού, η κορδύλη*. [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος τ. τού κορδύλη (βλ. λ)] … Dictionary of Greek
КОРДИЛИТ — [κορδυλη (κордилэ) дубинка] м л, ВаСе2×[F2|(СО3)3]. Гекс. К лы короткопризм., иногда скипетровидные. Сп. ср. по {0001}. Бесцветный, восково желтый. Бл. алмазный на {0001}. Тв. 4,5. Уд. в. 4,3. В… … Геологическая энциклопедия
cordila — (Del gr. kordyle.) ► sustantivo femenino ZOOLOGÍA Cría de atún recién nacida. * * * cordila (del lat. «cordӯla») f. *Atún recién nacido. * * * cordila. (Del lat. cordyla, y este del gr. κορδύλη). f. Atún recién nacido … Enciclopedia Universal
κορδυλίνη — η βοτ. γένος αγγειόσπερμων μονοκότυλων φυτών τής οικογένειας λιλιίδες. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. cordyline < cordyl (πρβλ. κορδύλη «ρόπαλο») + κατάλ. ine] … Dictionary of Greek
κορδύλειος — κορδύλειος, εία, ον (Α) [κορδύλη] κατασκευασμένος από το είδος τόν(ν)ου σκορδύλη* («κορδύλεια ταρίχη» αλίπαστα από το ψάρι σκορδύλη, Αθήν.) … Dictionary of Greek
κόρδυλος — ο (Α κορδύλος) νεοελλ. γένος σαυρών τής οικογένειας cordylidae αρχ. πιθ. είδος μικρής αμφίβιας σαύρας, ο σκορδύλος («οἱ δὲ κορδύλοι βράγχια ἔχοντες πόδας ἔχουσιν», Αριστοτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κορδύλη, από το λοφίο που το αρσ. έχει στο κεφάλι του. Ως … Dictionary of Greek
ονθυλεύω — ὀνθυλεύω και μονθυλεύω (Α) 1. παρασκευάζω έδεσμα χρησιμοποιώντας ως γέμιση κομμένο κρέας, κιμά 2. παραγεμίζω κάτι 3. νοθεύω κρασί. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Το ρ. φαίνεται ότι έχει παραχθεί από αμάρτυρο προσηγορικό *ὀνθύλη ή *ὄνθυλος με επίθημα… … Dictionary of Greek
σκορδούλα — και σκουρδούλα, η, Ν 1. η πανούκλα 2. μτφ. μεγάλη ζημιά, καταστροφή. [ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. σκορδούλα < αρχ. κορδύλη «ρόπαλο, οίδημα, εξόγκωμα»] … Dictionary of Greek